Πρεμιέρες όπερας στο Βερολίνο

verolinojpg1

Ο Εσθονός μπάσος Αϊν Ανγκερ στην όπερα «Μπόρις Γκοντούνοφ».

Τρεις πρεμιέρες είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε σε διάστημα λίγων ημερών στα μέσα Ιουνίου στις τρεις όπερες του Βερολίνου. Πρώτη ασφαλής διαπίστωση, η ακμαιότητα της βερολινέζικης τριπλής οπερατικής σκηνής όσον αφορά την ποιότητα των παραγωγών, αλλά και την πολύ μεγάλη προσέλευση του κοινού. Δεύτερη, η σταθερή προσήλωση θεσμών και κοινού στις σύγχρονες σκηνοθετικές αναζητήσεις. Και τελευταία, η αυξανόμενη σημασία των συμπαραγωγών, αφού οι δύο από τις παραστάσεις προέρχονταν από άλλα ευρωπαϊκά θέατρα.

«Κάτια Καμπάνοβα»

Πρώτη παρακολουθήσαμε την «Κάτια Καμπάνοβα» του Λέος Γιάνατσεκ στο Θέατρο Σίλερ, προσωρινή έδρα της Κρατικής Οπερας (Στάατσοπερ), αφού το ιστορικό της κτίριο στην Ούντερ ντεν Λίντεν είναι κλειστό για την τέταρτη ή πέμπτη κατασκευή/ανακατασκευή/ανακαίνιση της ιστορίας της, που ξεκινάει το μακρινό 1741 με τον Φρειδερίκο τον Β΄ της Πρωσίας. Φέτος, μάλιστα, ετοιμάζεται να γιορτάσει τα 275 χρόνια λειτουργίας της με επετειακή συναυλία τον Δεκέμβριο. Η παραγωγή, σε σκηνοθεσία της Αντρέα Μπρετ, παρουσιάστηκε αρχικά στην Οπερα της Μονέ στις Βρυξέλλες το 2010, και υιοθετήθηκε στη συνέχεια από τη Σταατσόπερ το 2014. Η νέα αναβίωση έκανε πρεμιέρα στις 14 Ιουνίου 2017.

Εκείνη την ημέρα στις 7.30 τα φώτα της αίθουσας έσβησαν, μετά έσβησαν και τα φώτα κινδύνου για λίγα δευτερόλεπτα, και στη διάρκεια του απόλυτου σκότους ο αρχιμουσικός Σάιμον Ρατλ γλίστρησε στην τάφρο και χωρίς χειροκροτήματα η μουσική ξεκίνησε με ένα εκπληκτικό πιανίσιμο, που έριξε το ακροατήριο κατευθείαν σε μια εγρήγορση, χωρίς διάλειμμα για την επόμενη μιάμιση ώρα.

Το σκηνικό είναι ένα καταρρέον κτίριο, όπου κυκλοφορούν μαυροφορεμένες μπάμπουσκες και οι ατημέλητοι πρωταγωνιστές. Σε αυτό το δυστοπικό περιβάλλον, ταιριαστό, είναι αλήθεια, με τη συναισθηματική εξαθλίωση της Κάτια, η οποία υποφέρει από τον γάμο της με τον άβουλο Τίχον και την καταπιεστική μητέρα του, την Καμπάνιτσα, η Αντρέα Μπρετ εξέθεσε με εξαιρετικά εύστοχο τρόπο το οικογενειακό δράμα του Γιάνατσεκ, που στηρίζεται στην «Καταιγίδα» του Ρώσου δραματουργού Αλεξάντερ Οστρόφσκι.

Μάλιστα, η σκηνοθέτις δεν δίστασε να παρουσιάσει στη σκηνή πράγματα που υπονοούνται, όπως η ερωτική συνεύρεση της Κάτια με τον Μπόρις, ή και να προσθέσει μια επιπλέον διάσταση σε κάποια άλλα, όπως μια σκηνή αμοιβαίου αυνανισμού της Καμπάνιτσα και του μέθυσου Ντίκοϊ, στη Β΄ πράξη – αν και όλοι είναι κουμπωμένοι μέχρι τον λαιμό. Στο τέλος, η Κάτια δεν αυτοκτονεί στο ποτάμι, αλλά κόβει τις φλέβες της σε μια μπανιέρα.

Πολύ καλή είναι η διανομή. Σφριγηλές νεανικές φωνές, όπως η Εβα-Μαρί Βέστμπροεκ (Κάτια), ο Σάιμον Ο’ Νιλ (Μπόρις), η πολύ δροσερή Αννα Λαπκόφσκαγια (Βαρβάρα), ο Φλόριαν Χόφμαν (Κούντριας), συνυπάρχουν μαζί με έμπειρους συναδέλφους τους, όπως η εξαιρετική Ρόζαλιντ Πλόουραϊτ (Καμπάνιτσα). Ο Σάιμον Ρατλ ανέδειξε πολύ ωραία τα ηχοχρώματα, δίνοντας έμφαση στα μοντερνιστικά στοιχεία της παρτιτούρας, χωρίς πάντως να αναδεικνύει επ’ ουδενί τον μελωδικό χαρακτήρα της μουσικής ή να επιτρέπει την ανάπτυξη οποιασδήποτε μορφής συναισθηματικής εμπάθειας με τα πρόσωπα του δράματος. Η προβολή υπέρτιτλων μόνο στα γερμανικά δεν συνάδει με τον διεθνή χαρακτήρα του θεσμού.

«Μπόρις Γκοντούνοφ»

Μόλις τρεις μέρες αργότερα, στις 17 Ιουνίου, βρεθήκαμε ένα χιλιόμετρο δυτικότερα επί της ίδιας οδού Μπίσμαρκ, για την πρεμιέρα του Μπόρις Γκοντούνοφ του Μόντεστ Μουσόργκσι στην Ντόιτσε Οπερ, τη «Γερμανική όπερα», την οπερατική σκηνή του Δυτικού Βερολίνου. Η παράσταση, σε σκηνοθεσία του Βρετανού Ρίτσαρντ Τζόουνς, είναι συμπαραγωγή με τη Βασιλική Οπερα στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου, όπου ανέβηκε τον Μάρτιο του 2016. Παρουσιάζεται η αρχική εκδοχή του 1869, αυτή που δεν παίχτηκε όσο ζούσε ο συνθέτης, διαρκώντας μόλις δύο ώρες και δεκαπέντε λεπτά, χωρίς διάλειμμα.

Ο σκηνοθέτης χώρισε τη σκηνή σε δύο οριζόντια επίπεδα, αναπαριστώντας στο ανώτερο μέρος της σκηνής έναν θολωτό διάδρομο του Κρεμλίνου, στον οποίο εμφανίζονται άλλοτε τα παρασκήνια της εξουσίας και άλλοτε εικόνες της συνείδησης του Μπόρις, όπως ο φόνος του τσάρεβιτς Δημήτρη, που ξαναπαίζεται σαν ανάμνηση αρκετές φορές στη διάρκεια του έργου. Η αισθητική είναι αναγνωρίσιμα ρωσική, αλλά δεν παραπέμπει σε μια συγκεκριμένη εποχή – συχνά, έχει στοιχεία ποπ, όπως η πολύχρωμα ντυμένη χορωδία, και η κάπως διακοσμητική μινιμαλιστική αισθητική των σκηνικών.

Η προσέγγιση είναι μακριά από την παραδοσιακή επική απεικόνιση, όπου όλα μοιάζουν αυστηρά σαν σε εκκλησιαστικό τέμπλο. Η σκηνή στο πανδοχείο λειτουργεί απολύτως ως κωμικό διάλειμμα – και σε αυτό συμβάλλουν πολύ οι τραγουδιστές Αλεξέι Μπότναρτσιουκ (Βαρλαάμ), Αννίκα Σλιχτ (ταβερνιάρισσα) κ.ά. Σε όλο το έργο ο Μπόρις είναι βαθιά ανθρώπινος, βασανισμένος σαν ήρωας του Ντοστογιέφσκι. Λέει την τελευταία του φράση και πέφτει στα γόνατα – πρέπει να τον σπρώξουν για να φανεί ότι είναι πλέον νεκρός.

Την ανάδειξη της ανθρώπινης, δραματικής πλευράς του Μπόρις επιτυγχάνει η ερμηνεία του Εσθονού μπάσου Αϊν Ανγκερ. Η φωνή του δεν είναι από αυτές που γεμίζουν την αίθουσα, αλλά σε καθηλώνει με την εκφραστικότητα της μουσικής ερμηνείας και της ηθοποιίας του. Πλαισιώνεται από πολύ καλούς συμπρωταγωνιστές: Ρόμπερτ Γουάτσον (Γκριγκόρι), Μπούρκχαρτ Ούλριχ (Σουίτσκι) κ.ά. Πραγματικά εξαιρετικές είναι η χορωδία και η ορχήστρα της όπερας, όπως και η διεύθυνση του Ουκρανού αρχιμουσικού Κίριλ Κάραμπιτς.

Αυτός, πάντως, που ξεχωρίζει είναι ο Κροάτης μπάσος Αντε Γερκούνιτσα στον ρόλο του χρονικογράφου μοναχού Ποιμένα. Η φωνή και η παρουσία του τον κάνουν προς στιγμήν να μοιάζει ο πρωταγωνιστής του έργου. Και γιατί όχι; Ο χρονικογράφος, ο ιστορικός ή ο συνθέτης μιας ιστορικής όπερας, δεν είναι εντέλει ο πραγματικός πρωταγωνιστής; Αυτός θα αφήσει την τελευταία λέξη, εκείνη που θα διαμορφώσει την κρίση του κοινού για τα έργα των ανθρώπων της εξουσίας.

​​Την επόμενη εβδομάδα ο «Ζωροάστρης» του Ραμό από την Κόμισε Οπερ.

kathimerini.gr

Advertisements